Ο Σεπτέμβριος ξεκινά με ένα νέο κύμα πιέσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Η χονδρεμπορική αγορά έχει καταγράψει σημαντική άνοδο, με την πίεση να μεταφέρεται πλέον στο κόστος προμήθειας. Οι καταναλωτές βρίσκονται ξανά μπροστά στο ίδιο ερώτημα: πόσο θα κοστίσει τελικά το ρεύμα τους επόμενους μήνες;
Τα πράσινα τιμολόγια του Σεπτεμβρίου κινούνται υψηλότερα από τον προηγούμενο μήνα, την ώρα που οι πάροχοι καλούνται να αποφασίσουν πόσο από το αυξημένο κόστος θα μετακυλήσουν στους καταναλωτές και πόσο θα απορροφήσουν οι ίδιοι.
Όμως πίσω από τις τιμές υπάρχει πλέον ένας πολύ μεγαλύτερος πόλεμος.
Όταν ο ανταγωνισμός παύει να είναι απλώς ανταγωνισμός
Η επιθετική εμπορική πολιτική που εφαρμόζει ο μεγαλύτερος παίκτης της αγοράς προκαλεί εύλογα ερωτήματα.
Δεν είναι μόνο θέμα του αν μια εταιρεία μπορεί να προσφέρει φθηνότερα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι για πόσο μπορεί να διατηρηθεί μια τέτοια πολιτική, με ποιο κόστος και, κυρίως, τι επιπτώσεις έχει στους υπόλοιπους παρόχους και στη λειτουργία της αγοράς.
Οι ιδιώτες πάροχοι έχουν ήδη εκφράσει προβληματισμό για τις συνθήκες ανταγωνισμού που διαμορφώνονται.
Και είναι απολύτως λογικό να ζητούν απαντήσεις.
Γιατί όταν ένας δεσπόζων παίκτης της αγοράς επιλέγει να κινηθεί εξαιρετικά επιθετικά στις τιμές, οι υπόλοιποι προμηθευτές ουσιαστικά βρίσκονται μπροστά σε ένα δίλημμα:
ή θα ακολουθήσουν, συμπιέζοντας τα δικά τους περιθώρια, ή θα χάσουν μερίδιο αγοράς.
Αυτό δεν αποτελεί, από μόνο του, απόδειξη παράβασης των κανόνων ανταγωνισμού.
Είναι όμως μια κατάσταση που δικαιολογεί θεσμικό έλεγχο και πολύ μεγάλη προσοχή.
Γιατί υγιής ανταγωνισμός σημαίνει ίσοι κανόνες για όλους.
Η ΔΕΗ, άλλωστε, δεν είναι κρατική εταιρεία. Είναι εισηγμένη εταιρεία, στην οποία το Δημόσιο διατηρεί σημαντική συμμετοχή, χωρίς αυτό να αναιρεί τον εταιρικό και εμπορικό της χαρακτήρα. Επομένως, η τιμολογιακή της πολιτική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως κυβερνητική απόφαση ή ως κρατική επιδότηση.
Και γιατί όλα αυτά συμβαίνουν τώρα;
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση της υπόθεσης.
Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται σε μια κρίσιμη χρονική συγκυρία, λίγες ημέρες πριν από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να αντιμετωπίσει το αυξημένο ενεργειακό κόστος, χωρίς απαραίτητα να καταφύγει σε μια νέα οριζόντια κρατική επιδότηση που θα επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό.
Και εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα:
Μήπως η επιθετική τιμολογιακή πολιτική της αγοράς λειτουργεί τελικά ως ανάχωμα για την κυβέρνηση;
Διότι όσο οι πάροχοι απορροφούν μέρος της αύξησης και συγκρατούν τις τελικές τιμές, τόσο μικρότερη εμφανίζεται η ανάγκη για μια νέα κρατική παρέμβαση.
Με απλά λόγια:
αντί να πληρώσει το κράτος τη διαφορά μέσω μιας επιδότησης, την απορροφά μέρος της αγοράς μέσω της εμπορικής της πολιτικής.
Και αυτό δημιουργεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πολιτικό και οικονομικό παράδοξο.
Το «δώρο» πριν από τη ΔΕΘ;
Δεν χρειάζεται κανείς να υιοθετήσει θεωρίες συνωμοσίας για να διαπιστώσει ότι η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Οι νέες τιμές των παρόχων ανακοινώνονται ακριβώς την περίοδο που η κυβέρνηση προετοιμάζει τις παρεμβάσεις και τις ανακοινώσεις της ΔΕΘ.
Εάν η αγορά καταφέρει να απορροφήσει σημαντικό μέρος της αύξησης, η κυβέρνηση αποκτά μεγαλύτερο περιθώριο να αποφύγει μια μεγάλη οριζόντια επιδότηση και να παρουσιάσει μια διαφορετική πολιτική στήριξης.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο:
«Πόσο θα πληρώσουμε το ρεύμα;»
Είναι και:
«Ποιος τελικά πληρώνει το κόστος για να παραμείνει χαμηλός ο λογαριασμός;»
Ο καταναλωτής;
Ο πάροχος;
Ή τελικά ο φορολογούμενος με διαφορετικό τρόπο;
Η αγορά χρειάζεται καθαρούς κανόνες
Η μείωση των τιμών είναι προφανώς θετική για τον καταναλωτή.
Κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει με αυτό.
Όμως μια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορεί να λειτουργεί μακροπρόθεσμα με πρακτικές που δημιουργούν ερωτήματα για τη βιωσιμότητα των ανταγωνιστών ή με τιμές που χρησιμοποιούνται ως εργαλείο για την απόκτηση ή διατήρηση μεριδίων αγοράς.
Η πραγματική προστασία του καταναλωτή δεν είναι απλώς μια χαμηλή τιμή σήμερα.
Είναι η ύπαρξη πολλών ισχυρών και βιώσιμων παρόχων που ανταγωνίζονται πραγματικά μεταξύ τους.
Γιατί χωρίς ουσιαστικό ανταγωνισμό, ο καταναλωτής μπορεί να κερδίζει σήμερα και να πληρώνει το κόστος αύριο.
Ο Σεπτέμβριος, επομένως, δεν είναι απλώς ένας ακόμη μήνας αυξημένων τιμών.
Είναι ένας μήνας κατά τον οποίο δοκιμάζονται οι ισορροπίες ολόκληρης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Και η ΔΕΘ θα αποτελέσει το επόμενο μεγάλο τεστ.
Θα υπάρξει κρατική στήριξη ή η αγορά θα έχει ήδη «σηκώσει» το βάρος;
Η απάντηση θα δείξει πολλά.
Όχι μόνο για το πόσο θα πληρώσουμε φέτος.
Αλλά και για το πώς θέλουμε να λειτουργεί η αγορά ενέργειας στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια.
Στην energy+ είμαστε εδώ για να σε κατευθύνουμε σωστά, ώστε να επιλέξεις το πρόγραμμα που πραγματικά ταιριάζει στις ανάγκες σου και να αποφύγεις τους πραγματικούς κινδύνους που συχνά κρύβονται στα μικρά γράμματα των συμβολαίων.












